Συνοπτική παρουσίαση του νέου Κώδικα Δεοντολογίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο

Στα πλαίσια της θέσπισης ενός οργανωμένου πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων καταναλωτών και εμπόρων αναφορικά με τις συναλλαγές τους στο διαδίκτυο, στις 15/3/2017 (Παγκόσμια Ημέρα του Καταναλωτή),  παρουσιάστηκε πρόσφατα και υπογράφηκε ο Κώδικας Δεοντολογίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο από τον Υπουργό Οικονομίας και  Ανάπτυξης, Δημήτρη Παπαδημητρίου σε ειδική εκδήλωση στα γραφεία της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή.

Στο άρθρο 1 του Κώδικα ορίζεται ως σκοπός του η θέσπιση των γενικών αρχών και ελάχιστων κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας και ηθικής συμπεριφοράς, που πρέπει να τηρούνται από τις επιχειρήσεις προς τον καταναλωτή και ως πεδίο εφαρμογής οι συναλλαγές στο πλαίσιο των συμβάσεων πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών έναντι αμοιβής εξ’ ολοκλήρου διαδικτυακά, δηλαδή με  ηλεκτρονικά μέσα εξ’ αποστάσεως  χωρίς να είναι απαραίτητη η ταυτόχρονη φυσική παρουσία των δύο μερών.

Στο άρθρο 2 τίθενται βασικοί ορισμοί: Ως «επιχείρηση, που δραστηριοποιείται στο χώρο του ηλεκτρονικού επιχειρείν», νοούνται νομικά ή φυσικά πρόσωπα με έδρα την Ελλάδα που παρέχουν προϊόντα ή/και υπηρεσίες προς καταναλωτές στην Ελλάδα ή/και στο Εξωτερικό, δραστηριοποιούμενα νομίμως ευθέως ή/και ως μεσάζοντες παροχής υπηρεσιών έναντι αμοιβής άμεσης ή έμμεσης με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής του καταναλωτή. Ως «με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως» νοούνται οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που παρέχονται από τις επιχειρήσεις και γίνονται αποδεκτά από τους καταναλωτές μέσω εξοπλισμών ηλεκτρονικής επεξεργασίας η οποία παρέχεται, διαβιβάζεται και λαμβάνεται εξ ολοκλήρου μέσω του διαδικτύου. Για τους υπόλοιπους όρους ισχύουν οι ορισμοί που υπάρχουν στον ν. 2251/1994, στο Π.Δ. 131/2003 και στον Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας του άρθρου 7 του ν. 3297/2004, όπως ισχύουν.

Στο άρθρο 3 αναφέρονται οι γενικές αρχές που πρέπει να διέπουν τις συναλλαγές ηλεκτρονικού εμπορίου και συγκεκριμένα η αρχή της προστασίας του καταναλωτή, της διαφάνειας, της αμεροληψίας, της τεχνολογικής ουδετερότητας, της επαγγελματικής δεοντολογίας, της ηθικής συμπεριφοράς, του  σεβασμού στην ιδιωτική ζωή, της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της προστασίας των ευάλωτων ομάδων πληθυσμού. Εξάλλου, υποχρεώσεις των ηλεκτρονικών επιχειρήσεων είναι η εξασφάλιση της προσυμβατικής ενημέρωσης, η ανάρτηση των όρων της σύμβασης στον διαδικτυακό τόπο της επιχείρησης σε σημείο εύκολα προσβάσιμο, ο σαφής προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο θεωρείται ότι έχει συναφθεί η σύμβαση και η  επαρκής ενημέρωση του καταναλωτή για την πορεία της παραγγελίας του. Τέλος, η διαφήμιση και η προώθηση των προϊόντων του ηλεκτρονικού εμπορίου πρέπει να είναι σε συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία, δηλαδή να συνίσταται σε απλά, κατανοητά και σαφή διαφημιστικά μηνύματα και στην αποφυγή παραπλανητικών ή επιθετικών πρακτικών.

Το άρθρο 4 προβλέπει προσεκτικές, ακριβείς και αντικειμενικές περιγραφές των προϊόντων και υπηρεσιών που απευθύνονται σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού όπως ηλικιωμένων, ανήλικων ατόμων, ατόμων που δεν καταλαβαίνουν καλά την ελληνική γλώσσα, ατόμων με ειδικές ανάγκες, ώστε να διαμορφωθούν οι κατάλληλοι όροι πρόσβασης στους διαδικτυακούς τους τόπους κατά τα προβλεπόμενα ανά περίπτωση στους ισχύοντες νόμους.

Όσον αφορά στην ασφάλεια των συναλλαγών, το άρθρο 5 επιτρέπει τη λήψη κάθε κατάλληλου μέτρου, ώστε να παρέχεται η νομίμως προβλεπόμενη ασφάλεια ηλεκτρονικών συναλλαγών (και δεδομένων- προσωπικών ή μη) που συλλέγουν και επεξεργάζονται οι επιχειρήσεις και τη χρήση των κατάλληλων τεχνικά και οργανωτικά μέτρων για τη διασφάλιση του απορρήτου των δεδομένων που συλλέγουν και επεξεργάζονται. Επιπρόσθετα, με στόχο τη βασική προστασία των προσωπικών δεδομένων, οι επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν και να εφαρμόζουν κατανοητή, αληθή, νόμιμη, εύκολα προσβάσιμη και επικαιροποιημένη Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και να ενημερώνουν τους καταναλωτές. Δεν επιτρέπεται συλλογή, αποθήκευση ή επεξεργασία των δεδομένων που ο νόμος χαρακτηρίζει ως «ευαίσθητα»  και η εγκατάσταση “cookies” θα πρέπει να πραγματοποιείται μετά από κατάλληλη ενημέρωση του καταναλωτή.  Οι ηλεκτρονικές επιχειρήσεις πρέπει να παρέχουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να επιλέγουν εάν επιθυμούν ή όχι την αποστολή διαφημιστικών μηνυμάτων στους δέκτες τους.

Ο καταναλωτής έχει αναφαίρετο το δικαίωμα αναιτιολόγητης και αζήμιας υπαναχώρησης εντός της νομίμως προβλεπόμενης προθεσμίας των δεκατεσσάρων (14) ημερών από την αγορά που έκανε μέσω ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 του Κώδικα.

Η ηλεκτρονική επιχείρηση πρέπει να διαθέτει τους κατάλληλους μηχανισμούς (μέσω τηλεφώνου ή/και e-mail) και επαρκή αριθμό προσωπικού για την άμεση και ικανοποιητική εξυπηρέτηση των καταναλωτών, σύμφωνα με το άρθρο 7.

Τέλος, στο άρθρο 8 καθιερώνεται η υποχρέωση των επιχειρήσεων να ενημερώνουν τους καταναλωτές τους για τη δυνατότητα Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.