Ιατρικό Σφάλμα, Ιατρική Ευθύνη

Η παρουσίαση αυτή έγινε στα πλαίσια Επαγγελματικού Δείπνου του Συλλόγου Αποφοίτων της Ελληνικής Παιδείας (ΣΑΤΕΠ) για Ιατρούς

Αρχικά, θα ήθελα να ζητήσω εξ αρχής συγγνώμη για τυχόν κακοποίηση από τη πλευρά μου ιατρικών όρων.

Στις μέρες μας παρατηρείται μία αύξηση του αριθμού των αγωγών και μηνύσεων που στρέφονται κατά ιατρών για το λόγο ότι «έσφαλαν» κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Με αφορμή αυτό το γεγονός, επιλέξαμε στα πλαίσια αυτού του δείπνου να θίξουμε έστω και ακροθιγώς την ιατρική ευθύνη και ειδικότερα το ιατρικό σφάλμα. Αφού παραθέσουμε τα είδη ευθύνης που μπορεί να ανακύψουν για κάποιον ιατρό, θα προβούμε σε μία παρουσίαση των προϋποθέσεων, που θα πρέπει να συρρέουν, για να κριθεί κάποιος ιατρός «υπεύθυνος» για μία προκληθείσα σε ασθενή του βλάβη ή και τον θάνατό του. Στα πλαίσια αυτής της ομιλίας δεν θα αναφερθούμε σε ειδικότερες περιπτώσεις ευθύνης προκύπτουσες από ιδιαίτερα ζητήματα, όπως τη μη τήρηση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων των ασθενών, καθώς κι άλλα πιο συγκεκριμένα θέματα, όπως η ευθανασία.

Αν θα μπορούσαμε να ορίσουμε το ιατρικό σφάλμα, θα λέγαμε ότι είναι η υπαίτια από το ιατρό παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή έλλειψη καταβολής της απαιτούμενης επιμέλειας γενικά, που οφείλει ο μέσος συνετός εκπρόσωπος του κύκλου στον οποίο ανήκει ο ιατρός, που με ενέργεια ή παράλειψή του προκάλεσε ζημία στον ασθενή με αποτέλεσμα την δημιουργία σωματικής βλάβης στον ασθενή ή ακόμα και τον θάνατό του.

Δυστυχώς, δεν υπάρχει κάποιο νομοθέτημα το οποίο να ρυθμίζει συγκεκριμένα τα ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με την ευθύνη των ιατρών. Η σχετική φιλολογία αναφορικά με το ιατρικό σφάλμα κυρίως στηρίζεται στη νομολογία και παρεμπιπτόντως σε κάποια νομοθετήματα. Ειδικότερα, με το Ν. 3418/2005 τέθηκε σε ισχύ ο Νέος Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας. Επικουρικά, ισχύουν και οι γενικές διατάξεις του Ν. 2251/1994, όπου εντάσσεται γενικώς η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες επαγγελματία.

Ο ιατρός με τον ασθενή έχει μία ιδιαίτερη σχέση. Τα δύο μέρη συμβάλλονται, γραπτά ή προφορικά, ρητά ή σιωπηρά, με μία ιδιότυπη σύμβαση και κατ’ αυτό το τρόπο δημιουργούνται και για τους δυο δικαιώματα και υποχρεώσεις. Εάν ο ιατρός παράσχει τις υπηρεσίες του και ο ασθενής αναρρώσει, τότε η σύμβαση λύεται ομαλά, καθόσον ο μεν ιατρός εκπλήρωσε το έργο του απέναντι στον ασθενή κι ο ασθενής είναι πλέον υποχρεωμένος να καταβάλλει στον ιατρό την αμοιβή του. Αντιθέτως, εάν ο ιατρός δεν παράσχει αποτελεσματικά τις υπηρεσίες του τότε είναι πολύ πιθανό ο ασθενής να υποστεί κάποια σωματική βλάβη ή ακόμα και να αποβιώσει, γεγονός το οποίο δύναται να συνεπάγεται μία πολυεπίπεδη μορφή ευθύνης για τον ιατρό.

Η νομική ευθύνη των ιατρών κατά την θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών τους εμφανίζεται γενικότερα σε τρία επίπεδα:
1ο ως πειθαρχική ευθύνη του ιατρού απέναντι σε επαγγελματικά όργανα, όπως π.χ. οι ιατρικοί σύλλογοι της χώρας για παραβιάσεις των καθηκόντων και των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας. (Δεν θα υπεισέλθουμε στο σκέλος αυτό).
2ο ως αστική ευθύνη απέναντι στον ασθενή, όταν ο ιατρός προκαλεί σε αυτόν ζημιά κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του, οπότε και γεννάται υποχρέωση αποζημίωσης και τέλος,
3ο ως ποινική ευθύνη, στη βάση της οποία η πολιτεία τιμωρεί τον ιατρό για προσβολή εννόμων αγαθών του ασθενή, όπως π.χ. για την πρόκληση σωματικής βλάβης ή θανάτου με ποινές, οι οποίες πέρα από τον κατασταλτικό τους χαρακτήρα συνεπάγονται και ένα ιδιαίτερο στιγματισμό του ιατρού στον κοινωνικό χώρο. Βέβαια, ο ασθενής ο οποίος θεωρεί ότι έχει υποστεί κάποια βλάβη λόγω ιατρικού σφάλματος συνήθως προσφεύγει τόσο στην αστική όσο και στη ποινική δικαιοσύνη, προκειμένου να ζητήσει αντίστοιχα εύλογη αποζημίωση και την ποινική καταδίκη του ιατρού.

Σε όλες τις περιπτώσεις η ύπαρξη ευθύνης του ιατρού απέναντι στο ασθενή αναζητείται με βάση συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τις οποίες ένα Δικαστήριο θα εξετάσει προκειμένου να διαπιστώσει έαν ένας ιατρός ευθύνεται ή όχι για κάποια βλάβη προκληθείσα σε κάποιον ασθενή. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης παρουσίασης δεν θα υπεισέλθουμε σε νομικούς χαρακτηρισμούς, αν και σε κάθε ένα από τα προαναφερθέντα επίπεδα ευθύνης οι χαρακτηρισμοί κρίνονται σημαντικοί για την ύπαρξη ευθύνης και συνεπακόλουθα την επιβολή ποινής ή/και αποζημίωσης.

Πρώτη παράμετρος που θα εξεταστεί είναι το κατά πόσο ο ιατρός προέβη σε όλες τις αναγκαίες πράξεις κατά τη διάγνωση και τη θεραπεία ή την εγχείρηση ενός ασθενούς. Με άλλα λόγια εξετάζεται εάν ο ιατρός ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis). Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για τον συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση. Οποιαδήποτε διαγνωστική ή θεραπευτική μέθοδος, η οποία δεν εφαρμόζεται από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, χαρακτηρίζεται ως πειραματική και η εφαρμογή της επιτρέπεται μόνο σύμφωνα με το νομικό και δεοντολογικό πλαίσιο που διέπει τη διεξαγωγή της επιστημονικής έρευνας (N. 3418/2005, άρθρο 3). Επίσης, το μέτρο ευθύνης που θεσπίζεται για το ιατρό δεν είναι εκείνο του μέσου ανθρώπου αλλά του κάθε συνετού επιμελή ιατρού. Τώρα βέβαια το εάν λαμβάνεται υπόψη η ειδικότητα αποτελεί ζήτημα…

Επίσης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ιατρός από τη στιγμή που μπορεί να κριθεί ως θεράπων, έχει δηλαδή τουλάχιστον αναλάβει από τις περιστάσεις τη φροντίδα του ασθενή, έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε όλες τις ενδεικνυόμενες ενέργειες που μπορούν να συμβάλλουν στην αποκατάσταση της υγείας του ή στη διατήρηση της ζωής τους (άρθρο 15ΠΚ).

Δεύτερη παράμετρος αποτελεί το καθήκον αληθείας προς τον ασθενή. Ο ιατρός οφείλει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεση της, τις εναλλακτικές προτάσεις, καθώς και για τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης (Ν. 3418/2005, άρθρο 11). Ζήτημα έχει δημιουργήσει και η χρήση ιατρικών όρων από την πλευρά του ιατρού στα πλαίσια του καθήκοντος ενημέρωσης του ασθενούς…

Τρίτη παράμετρος αποτελεί η καθαρή συναίνεση του ασθενούς. Η συναίνεση σχετίζεται άμεσα με την υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς, διότι εάν ο ιατρός έχει φερ’ ειπείν παραλείψει να αναφέρει κάποια πράγματα στον ασθενή, η συναίνεσή του θα είναι άκυρη ως προϊόν πλάνης. Τόσο με το θέμα της ενημέρωσης όσο και με το θέμα της συναίνεσης σχετίζεται το λεγόμενο «θεραπευτικό προνόμιο» του ιατρού. Σύμφωνα με αυτό ο ιατρός μπορεί να αποκρύψει την αλήθεια από τον ασθενή ή να περιορίσει την έκταση της ενημέρωσης που σύμφωνα με τα παραπάνω δικαιούται ο ασθενής, εάν ο ίδιος κρίνει ότι αυτό είναι προς όφελος του ασθενούς και ιατρικά ενδεδειγμένο. Βέβαια, το προνόμιο αυτό έχει προκαλέσει διάφορες συζητήσεις…

Τέταρτον θα πρέπει οι ενέργειες ή παραλείψεις του ιατρού αναφορικά με τα προηγουμένως εκτεθέντα θα πρέπει να συνδέονται αιτιωδώς με την βλάβη ή το θάνατο του ασθενούς. Δηλαδή, θα πρέπει αυτές οι πράξεις ή παραλείψεις να οδήγησαν στο αποτέλεσμα και όχι κάποιος τρίτος παράγοντας, όπως μία λοίμωξη ή μία ζημία στο νοσοκομειακό εξοπλισμό,κοκ.

Πέμπτον, θα πρέπει να διασαφηνιστεί πως η συμβατική ευθύνη του ιατρού δεν είναι ευθύνη εκ του αποτελέσματος, καθώς περιεχόμενο των υποχρεώσεών του είναι η προσπάθεια επίτευξης ενός θετικού αποτελέσματος και όχι τελικά η επίτευξή του. Δηλαδή, αυτό που θα κριθεί επίσης δεν είναι το εάν τελικά ο ασθενής ανάρρωσε από την όποια ασθένειά του, αλλά το εάν η εγχείρηση πέτυχε… Ακόμα κι αν ο ασθενής απεβίωσε…

Συνοψίζοντας, ο ιατρός μπορεί να θεωρηθεί ότι υπέχει ευθύνη εάν λειτούργησε κατά παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεών του και το γεγονός αυτό οδήγησε στη σωματική βλάβη ή τον θάνατο του ασθενούς. Στο εξωτερικό, η αύξηση των αγωγών και μηνύσεων που στρέφονται κατά ιατρών έχει οδηγήσει σε μια ατελείωτη γραφειοκρατία γραπτών συμβάσεων και συμφωνητικών μεταξύ ιατρών, ασθενών, νοσοκομείων και ασφαλιστικών εταιριών, καθώς και σε μία σειρά προληπτικών εξετάσεων των ασθενών – χωρίς να είναι πάντα ανάγκη, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα ότι ο ιατρός δεν ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής. Το ιατρικό σφάλμα και η ιατρική ευθύνη αναμφισβήτητα αποτελεί ένα θέμα με πολλές προεκτάσεις και πολλές πλευρές υπό συζήτηση τόσο μεταξύ ιατρών όσο και μεταξύ νομικών.

Άρα, μπορεί να έχει δίκαιο ο λαός όταν λέει «Μην μπλέξεις με γιατρούς και δικηγόρους….»

Σας ευχαριστώ!