Η διαδικασία προσφυγής στη δικαιοσύνη επί φορολογικών διαφορών

Του Επαμεινώνδα Λ. Στυλόπουλου, Δικηγόρου, LL.M., ACIArb

Το παρόν δημοσιεύτηκε στο επιχειρηματικό site Epixeiro.gr (4/24/2017)

Τα τελευταία χρόνια αποτελεί γεγονός ότι η διαδικασία αναφορικά με το δικαίωμα του πολίτη όπως στραφεί δικαστικά κατά της επιβολής ενός φορολογικού προστίμου έχει μεταβληθεί σημαντικά. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι όπως παρουσιάσει σε αδρές γραμμές τη διαδικασία σχετικά με την εν λόγω διαδικασία κάνοντας αναφορές στα θολά σημεία της εν λόγω διαδικασίας.

Η εν λόγω διαδικασία εκκινείται μετά το πέρας του ελέγχου και κυρίως από τη κοινοποίηση της εν τέλει προσβαλλόμενης πράξης.

Στάδιο Πρώτο – Ενδικοφανής Προσφυγή

Ο πολίτης εφόσον επιθυμεί να στραφεί κατά μίας πράξη της διοίκησης θα πρέπει αρχικά να προσφύγει στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών καταθέτοντας ενδικοφανή προσφυγή σε μία γενική προθεσμία 30 ημερών.

Με την ενδικοφανή προσφυγή ο φορολογούμενος θα εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με την αμφισβήτηση του φόρου ή / και του προστίμου το οποίο του έχει επιβληθεί από τη διοίκηση. Να σημειωθεί ότι οι φορολογούμενοι δεν έχουν δικαίωμα να προσφύγουν απευθείας στα διοικητικά δικαστήρια εάν προηγουμένως δεν έχουν εξαντλήσει τη διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής, η οποία καταλήγει στην έκδοση νέας πράξης από την αρμόδια υπηρεσία που την εξετάζει. Η προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια έπεται της απόφασης της Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.

Εφόσον ζητηθεί η αναστολή του φόρου ή / και του προστίμου δικονομική προϋπόθεση αποτελεί είναι να καταβληθεί το 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, εκτός αν υποβληθεί κι αίτημα αναστολής της καταβολής του και γίνει αποδεκτό. Το αίτημα υποβάλλεται ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή. Να σημειωθεί ότι δεν τίθεται θέμα αναστολής επί του άμεσου προσδιορισμού του φόρου, καθώς και επί πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου, που εκδίδεται με βάση στοιχεία που έχουν παρασχεθεί από τον φορολογούμενο σε φορολογική του δήλωση. Το πρακτικό ζήτημα το οποίο ανακύπτει κατά το εν λόγω στάδιο αφορά στο γεγονός ότι το οποιοδήποτε ποσό συνεχίζει και αποτελεί ληξιπρόθεσμο ποσό έναντι του πολίτη με ό,τι αυτό συνεπάγεται (μη φορολογικά ενήμερος, μέτρα εκτέλεσης, προσαυξήσεις, ποινικές διαδικασίες, κ.λπ.)

Στάδιο Δεύτερο – Προσφυγή

Εάν η ενδικοφανής προφυγή δεν γίνει δεκτή από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών εντός της προθεσμίας των 120 ημερών (ή απορριφθεί σιωπηρά) τότε ο πολίτης δύναται να απευθυνθεί στα διοικητικά δικαστήρια στις γενικές προθεσμίες της προσφυγής, ήτοι σε περίοδο 30 ημερών.

Κατά το στάδιο αυτό ο πολίτης έχοντας πληρώσει το 50% στο στάδιο της ενδικοφανούς προσφυγής (εάν δεν έχει ανασταλεί) θα πρέπει να καταβάλει για κατάθεση προσφυγής σε χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές διαφορές αναλογικό παράβολο 1% (μέχρι πρότινος το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχετο σε 2%) του αντικειμένου της διαφοράς, χωρίς να μπορεί αυτό να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €. Ωστόσο, το άρθρο 277 παρ. 3 εδάφιο 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 παρ. 5 ν. 4446/2016 προβλέπει τα εξής: «Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ορίου των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της προσφυγής». Το πρακτικό ζήτημα σε αυτό το στάδιο το οποίο ανακύπτει αποτελεί το γεγονός ότι οι δυσμενείς συνέπειες έναντι στο φορολογούμενο συνεχίζουν (μη φορολογικά ενήμερος, μέτρα εκτέλεσης, προσαυξήσεις, ποινικές διαδικασίες, κ.λπ.) και δη επί μακρόν καθώς η προσφυγή θα συζητηθεί εντός της περιόδου κάποιων ετών.

Αναστολή

Κατά το στάδιο της κατάθεσης προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια ο φορολογούμενος μαζί με τη προσφυγή του δύναται να υποβάλλει και αίτημα αναστολής ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, προσκομίζοντας δήλωση περιουσιακής κατάστασης.

Το παράβολο για την αίτηση αναστολής σήμερα ανέρχεται στο ποσό των 50 €. Η αναστολή συζητείται σε περίοδο αρκετά συντομότερη ήτοι περίοδο μερικών μηνών. Με την αναστολή σήμερα σε συνδυασμό με άρθρο 202 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 ν. 4446/2016 υπάρχει η δυνατότητα για μία γενική αναστολή του φόρου ή του προστίμου αλλά και η δυνατότητα να διαταχθεί η αναστολή μέτρων αναφορικά με συγκεκριμένα στοιχεία της περιουσίας του φορολογούμενου. Και πάλι στο σημείο αυτό ανακύπτει το θέμα ότι οι δυσμενείς συνέπειες έναντι στο φορολογούμενο συνεχίζουν (μη φορολογικά ενήμερος, μέτρα εκτέλεσης, προσαυξήσεις, ποινικές διαδικασίες, κ.λπ.) και δη σε ότι αφορά τα μέτρα τα οποία τυχόν δεν ανασταλούν με κυριότερο ίσως όλων την ποινική διαδικασία η οποία τυπικά είναι ανεξάρτητη από τη δικαστηριακή αμφισβήτηση μίας πράξης της διοίκησης.

Στάδιο τρίτο – Έφεση

Μετά τη παρέλευση κάποιων ετών αναφορικά με τη προσφυγή κι ενώ οι δυσμενείς συνέπειες έναντι στο φορολογούμενο έχουν κατά τεκμήριο προχωρήσει (μη φορολογικά ενήμερος, μέτρα εκτέλεσης, προσαυξήσεις, ποινικές διαδικασίες, κ.λπ.) κι εφόσον ο πολίτης δεν ικανοποιηθεί από τη πρωτόδικη απόφαση της διοικητικής δικαιοσύνης δύναται να καταθέσει έφεση κατά της εν λόγω απόφασης.

Στο στάδιο αυτό κι ενώ ο πολίτης έχει ήδη ενδεχομένως πληρώσει αρχικά το 50% του προστίμου κατά το στάδιο της ενδικοφανούς προσφυγής, αναλογικό παράβολο 1% (μέχρι πρότινος το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχετο σε 2%) του αντικειμένου της διαφοράς έως του ποσού των 15.000 € κι εφόσον δεν έχει χωρέσει αναστολή είσπραξης θα πρέπει να καταβάλει ως δικονομική προϋπόθεση για έφεση σε χρηματικού περιεχομένου φορολογικές διαφορές ποσοστό  20% επί του οφειλομένου ποσού σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση (μέχρι πρότινος το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχετο στο 50%) καταβλητέο μέχρι τη συζήτηση (άρθρο 93 παρ. 3 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας). Με απλά λόγια, ο πολίτης υποχρεούται προκειμένου να συζητηθεί η έφεσή του να έχει εξοφλήσει μερικώς την αρχική οφειλή του (όπως έχει τυχόν οριστεί με την πρωτόδικη απόφαση) σε ποσοστό 20%.

Συμπέρασμα

Ο πολίτης ο οποίος επιθυμεί να προσφύγει κατά μίας πράξης της διοίκησης θα πρέπει να σταθμίσει σημαντικά την απόφασή σου καθώς για αρκετά χρόνια θα καταβάλλει παράβολα τα οποία εν τέλει θα αγγίξουν το αρχικώς επιβληθέν ποσό και θα βρίσκεται με το φόβο των δυσμενών συνεπειών έναντι του (μη φορολογικά ενήμερος, μέτρα εκτέλεσης, προσαυξήσεις, ποινικές διαδικασίες, κλπ.).

Εφόσον βέβαια οι θέσεις του γίνουν εν τέλει δεκτές από τη δικαιοσύνη ο πολίτης θα έχει το δικαίωμα να λάβει πίσω – ή να συμψηφίσει – όποιο ποσό έχει καταβάλει στο Δημόσιο και να ακυρώσει τις σχετικές πράξεις κι ενέργειες εναντίον του. Ωστόσο, χρειάζεται από τους πολίτες να προσφεύγουν εφόσον έχουν λόγους καθώς μόνο με αυτό το τρόπο οι αποφάσεις τις διοίκησης θα αποκτήσουν συνολική δικαιοσύνη και συνέπεια απέναντι στο πολίτη.